ανάθεση
ουσιαστικό1. Δράση ή διαδικασία με την οποία ανατίθεται σε πρόσωπο ή φορέα ένα καθήκον, έργο ή ευθύνη, καθώς και το ίδιο το έργο που ανατίθεται.
Συνώνυμα
εντολή παραγγελία εκχώρηση παραχώρηση μεταβίβαση εξουσιοδότηση κατανομή απόδοση εργολαβία τοποθέτηση διορισμός εργασία καθήκον αποστολή διανομή φόρτωμα δουλειά μοίρασμα εκλογή
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ανάθεση για το εργαστήριο δόθηκε στους φοιτητές χθες.
- Ο διευθυντής έκανε την ανάθεση του έργου σε εξωτερικό συνεργάτη.
- Η ανάθεση της ευθύνης στον νέο προϊστάμενο έγινε επίσημα.
- Ζήτησε γραπτή ανάθεση προτού ξεκινήσει τις εργασίες.
- Στο συμβόλαιο αναφέρεται ρητά η ανάθεση των πνευματικών δικαιωμάτων.