επανάσταση
ουσιαστικό1. Μαζική και συνήθως οργανωμένη κοινωνική ή πολιτική κινητοποίηση που επιδιώκει την ανατροπή της υπάρχουσας εξουσίας ή τη θεμελιώδη αλλαγή των κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών δομών, συχνά μέσω αγώνα ή σύγκρουσης.
Συνώνυμα
εξέγερση ανατροπή ξεσηκωμός στάση ανάσταση πραξικόπημα ανταρσία κίνημα τομή αναβρασμός καινοτομία αλλαγή μεταβολή διαδήλωση πρωτοπορία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η επανάσταση του 1821 άλλαξε την πορεία του ελληνικού κράτους.
- Η επανάσταση της πληροφορικής μεταμόρφωσε την επικοινωνία και τις επιχειρήσεις.
- Η νέα μέθοδος ήταν μια επανάσταση στον τρόπο που κάνουμε πειράματα στο εργαστήριο.
- Η κινηματογραφική σχολή έφερε μια επανάσταση στο στυλ και την αφήγηση των ταινιών.
- Στην τάξη προκλήθηκε επανάσταση όταν ο καθηγητής ακύρωσε το τεστ.