απαίτηση
ουσιαστικό1. Δήλωση ή διεκδίκηση από πρόσωπο προς άλλον για παροχή, εκπλήρωση ή αποζημίωση, που εκφράζει ότι κάτι θεωρείται οφειλόμενο.
Συνώνυμα
αξίωση απαιτούμενο αίτημα διεκδίκηση προϋπόθεση εντολή διαταγή επιταγή αιτούμενο αίτηση αναγκαιότητα προδιαγραφή ζητούμενο ζήτηση ανάγκη επιμονή υποχρέωση παραγγελία εκβιασμός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η απαίτηση για αποζημίωση κατατέθηκε στο δικαστήριο.
- Η εταιρεία έθεσε ως βασική απαίτηση την εμπειρία πέντε ετών.
- Δεν ήταν σε θέση να ικανοποιήσει την απαίτηση για άμεση παράδοση.
- Η απαίτηση των καταναλωτών για φθηνότερα προϊόντα αυξάνεται.
- Κατέθεσε οικονομική απαίτηση εναντίον του προμηθευτή.