γκρίνια
ουσιαστικό1. Συμπεριφορά ή επαναλαμβανόμενη έκφραση δυσαρέσκειας και παράπονου που εκδηλώνεται με συχνές παρατηρήσεις, διαμαρτυρίες ή αρνητικό τόνο.
2. Μικρό, επίμονο παράπονο ή ασήμαντη έκφραση δυσαρέσκειας, συνήθως χωρίς ουσιαστική αιτία.
Συνώνυμα
μουρμούρα μουρμουρισμός γογγυσμός γκρινιάσμα μεμψιμοιρία παράπονο παράπονα αντίρρηση ένσταση κλαψούρα μουρμουρητό μουρμούρισμα διαμαρτυρία μιζέρια αποδοκιμασία δυσαρέσκεια κριτική κλάμα κακοκεφιά μουτρωμάρα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η γκρίνια του παιδιού δεν σταμάτησε όλη τη βόλτα.
- Μην μου κάνεις γκρίνια, προσπάθησα όσο μπορούσα.
- Η γκρίνια στο γραφείο επηρέασε το κλίμα της ομάδας.
- Έκανε γκρίνια για το φαγητό επειδή ήταν πολύ αλατισμένο.
- Υπήρχε συνεχής γκρίνια για τις καθυστερήσεις του έργου.