πείσμα

ουσιαστικό

1. Χαρακτηριστικό ή κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο επιμένει σταθερά σε γνώμη, απόφαση ή θέληση παρά τις αντιρρήσεις, τα επιχειρήματα ή τις δυσκολίες.

Συνώνυμα

θεληματικότητα πεισματάδα αδιαλλαξία ανυποχώρηση επιμονή επιμονότητα αταλάντευση ακαμψία αποφασισμός σθεναρότητα εμμονή τσαγανό θέληση αποφασιστικότητα

Αντώνυμα

υποχώρηση ευελιξία συμβιβαστικότητα προσαρμοστικότητα συγκατάβαση υποταγή αποδοχή συναίνεση αμφιταλάντευση

Παραδείγματα χρήσης

  • Το πείσμα του παιδιού το εμπόδισε να ζητήσει συγγνώμη.
  • Με πείσμα κατάφερε να τελειώσει τον μαραθώνιο παρά τους τραυματισμούς.
  • Από πείσμα αρνήθηκε τη δουλειά, παρόλο που ήταν καλή ευκαιρία.
  • Το πείσμα της ομάδας έφερε την ανατροπή στο παιχνίδι.
  • Μην αφήνεις το πείσμα να σου χαλάει τις σχέσεις.