πυρά
ουσιαστικό1. Σωρός καύσιμων υλών που ανάβεται για την αποτέφρωση ενός νεκρού ή για τελετουργικούς σκοπούς.
2. Σύνολο βολών ή εκτοξεύσεων πυρομαχικών προς έναν στόχο, καθώς και η ενέργεια ανοίγματος πυρών σε μάχη.
Συνώνυμα
επικρίσεις επίθεση πυροβολισμός βολή κατηγορία φωτιά πυρ πυρκαγιά βομβαρδισμός επιδρομή αντεπίθεση επίπληξη καταγγελία κάψιμο στοίβα θυσία τζάκι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το πλοίο δέχτηκε πυρά από τον εχθρό.
- Η κυβέρνηση δέχτηκε πυρά για την καθυστέρηση των μεταρρυθμίσεων.
- Κατά τη διάρκεια της άσκησης, οι στρατιώτες άνοιξαν πυρά εναντίον των στόχων στον λόφο.
- Άκουσα πυρά στο βάθος του δάσους και κρύφτηκα.
- Οι δημοσιογράφοι εξαπέλυσαν πυρά κατά της εταιρείας μετά τις αποκαλύψεις.