άδειασμα
άλλο1. Η ενέργεια ή η κατάσταση κατά την οποία αφαιρείται το περιεχόμενο από έναν χώρο, δοχείο ή αντικείμενο, ώστε να μείνει κενό ή λιγότερο γεμάτο.
2. Η αποχώρηση ή η απουσία κάποιου από έναν χώρο, ιδιαίτερα όταν αυτό γίνεται ξαφνικά ή οριστικά.
Συνώνυμα
εκκένωση εκφόρτωση ξεφόρτωμα κένωση απόρριψη εκφόρτιση αποφόρτιση κόψιμο αγνόηση απογοήτευση εξάντληση κένωμα εκροή εγκατάλειψη αποξένωση ταπείνωση ξενέρα χλευασμός απομόνωση αποδοκιμασία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το άδειασμα του ποτηριού στο νεροχύτη ήταν γρήγορο.
- Το άδειασμα των σκουπιδιών γίνεται κάθε Τρίτη.
- Το άδειασμα των κουτιών από το φορτηγό κράτησε δύο ώρες.
- Έπαθε μεγάλο άδειασμα όταν τον αγνόησαν μπροστά σε όλους.
- Ένιωσε ένα βαθύ άδειασμα μετά τον χωρισμό.