καταδίκη
ουσιαστικό1. Απόφαση δικαστηρίου ή άλλης αρμόδιας αρχής που κηρύσσει πρόσωπο ένοχο για αδίκημα, συχνά συνοδευόμενη από επιβολή ποινής.
2. Η ποινή ή η τιμωρία που επιβάλλεται σε κάποιον ως αποτέλεσμα δικαστικής απόφασης ή άλλης διαδικασίας τιμωρίας.
Συνώνυμα
ενοχή ποινή κατακραυγή κατάκριση αποδοκιμασία επίκριση ετυμηγορία τιμωρία απόφαση κριτική φυλάκιση στίγμα κατάρα επίπληξη αφορισμός επιτίμηση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το δικαστήριο αποφάσισε ομόφωνα την καταδίκη του για απάτη.
- Ο κόσμος εξέφρασε καταδίκη για τις βίαιες εικόνες που κυκλοφόρησαν στο διαδίκτυο.
- Το κράτος ζήτησε καταδίκη των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
- Για εκείνη την οικογένεια, η φτώχεια ήταν σχεδόν καταδίκη.
- Το δικαστήριο ανακοίνωσε καταδίκη και επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα ετών.