διαπραγμάτευση
ουσιαστικόΔιαδικασία κατά την οποία δύο ή περισσότερα μέρη ανταλλάσσουν απόψεις, προτάσεις και απαιτήσεις με σκοπό την επίτευξη συμφωνίας ή τη ρύθμιση όρων σε κάποιο ζήτημα.
Συνώνυμα
διαβούλευση συζήτηση διάλογος συνεννόηση συνδιαλλαγή διαλλαγή παζάρι παζάρεμα συνδιαπραγμάτευση ρύθμιση διπλωματία συμβιβασμός συμφωνία συναίνεση συναλλαγή συνομιλία τακτοποίηση συμφιλίωση αγοραπωλησία ανταλλαγή διακανονισμός αντιμετώπιση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η διαπραγμάτευση μεταξύ συνδικάτου και εργοδοτών διήρκεσε ώρες.
- Οι κυβερνήσεις ξεκίνησαν μια διαπραγμάτευση για νέα εμπορική συμφωνία.
- Η διαπραγμάτευση της τιμής με τον προμηθευτή ήταν σκληρή.
- Στο χρηματιστήριο, η διαπραγμάτευση των μετοχών έγινε σε υψηλότερους όγκους.
- Χρειάζεται υπομονή και τακτική για να κερδίσεις στη διαπραγμάτευση ενός συμβολαίου.