αντίλογος

ουσιαστικό

Επιχείρημα ή τοποθέτηση που διατυπώνεται με σκοπό να αμφισβητήσει, να αντικρούσει ή να παρουσιάσει αντίθετη οπτική απέναντι σε άλλο επιχείρημα, δήλωση ή θέση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο αντίλογος του καθηγητή ανέτρεψε τα επιχειρήματα.
  • Προετοίμασε έναν δυνατό αντίλογο για την παρουσίασή της.
  • Συχνά ο αντίλογος φωτίζει σημεία που παραβλέψαμε.
  • Στη συζήτηση κατατέθηκαν πολλοί αντίλογοι, αλλά δεν απαντήθηκαν.
  • Χωρίς αντίλογο, το συμπέρασμα μοιάζει ατελές.