αντιλογία
ουσιαστικό1. Πράξη ή στάση με την οποία εκφράζεται αντίθεση ή αντίρρηση σε λόγο, άποψη ή επιχείρημα.
2. Ανταλλαγή αντιπαραθετικών επιχειρημάτων σε συζήτηση, διάλογο ή δημόσια αντιπαράθεση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αντιλογία ανάμεσα στους δύο επιστήμονες κράτησε ολόκληρο το συνέδριο.
- Η αντιλογία του δικηγόρου κατέρριψε τα επιχειρήματα της εισαγγελίας.
- Στη βουλή αναπτύχθηκε σκληρή αντιλογία για το νέο νομοσχέδιο.
- Η αντιλογία ανάμεσα στις παρατηρήσεις τους έδειξε ότι χρειάζονται περαιτέρω μετρήσεις.
- Στο άρθρο εντοπίστηκε αντιλογία που υπονόμευε την κύρια θέση του συγγραφέα.