διωγμός

ουσιαστικό

1. Συστηματική εφαρμογή βίας, εκφοβισμού, περιορισμών ή άλλων επιβαρυντικών μέτρων εναντίον προσώπων ή ομάδων, με σκοπό την καταδίωξη, τον αποκλεισμό, την εξόντωση ή την εξαναγκαστική εκδίωξη λόγω ιδιότητας, πεποιθήσεων, καταγωγής ή πολιτικής τοποθέτησης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο διωγμός των θρησκευτικών μειονοτήτων ήταν ανελέητος.
  • Δυστυχώς, πολλοί λαοί υπέστησαν διωγμούς στο παρελθόν.
  • Η κυβέρνηση κήρυξε διωγμό κατά της διαφθοράς.
  • Ο σκύλος ξεκίνησε το διωγμό του λαγού στο χωράφι.
  • Οι μαρτυρίες περιέγραφαν τον διωγμό των πολιτικών αντιπάλων.