επίπληξη

ουσιαστικό

Έκφραση δυσαρέσκειας ή επίσημη παρατήρηση προς κάποιον για λάθος ή ακατάλληλη συμπεριφορά, με σκοπό τη διόρθωση ή την επιβολή πειθαρχίας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο διευθυντής του έδωσε μια επίπληξη για την καθυστέρηση.
  • Η δασκάλα έκανε μια αυστηρή επίπληξη στους μαθητές που μιλούσαν στην τάξη.
  • Η δημόσια επίπληξη του πολιτικού συζητήθηκε από τα μέσα.
  • Παρά την επίπληξη, συνέχισε να εργάζεται με τον ίδιο ζήλο.
  • Η επίσημη επίπληξη καταγράφηκε στο μητρώο του υπαλλήλου.
  • Ο προπονητής του έδωσε μια φιλική επίπληξη μετά το λάθος στην άσκηση.