εξαναγκασμός
ουσιαστικόΗ πράξη ή κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο ή ομάδα αναγκάζει άλλο άτομο να ενεργήσει ή να υποστεί κάτι με χρήση βίας, απειλών ή έντονης ψυχολογικής πίεσης, περιορίζοντας την ελευθερία επιλογής και την αυτοδιάθεση.
Συνώνυμα
αναγκασμός καταναγκασμός πίεση βία εκβιασμός εκβίαση υποχρεωτισμός επιβολή εκφοβισμός απειλή χειραγώγηση καταπίεση εξώθηση τρομοκράτηση ζόρι σκλαβιά
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο εξαναγκασμός για υπογραφή ψευδούς δήλωσης οδήγησε σε ποινική δίωξη.
- Ο εξαναγκασμός των εργαζομένων σε υπερωρίες χωρίς αμοιβή προκάλεσε καταγγελίες.
- Ο εξαναγκασμός σε μια σχέση μπορεί να είναι ψυχολογικός και δύσκολα αποδεικτός.
- Ο εξαναγκασμός λόγω πολεμικής απειλής ανάγκασε τους κατοίκους να εγκαταλείψουν την περιοχή.
- Ο εξαναγκασμός μέσω οικονομικών κυρώσεων επιδιώκει να αλλάξει την πολιτική μιας χώρας.