παραδοχή
ουσιαστικό1. Πράξη ή ενέργεια με την οποία κάποιος αναγνωρίζει ή ομολογεί ότι κάτι είναι αληθινό ή ότι φέρει ευθύνη.
2. Κατάσταση κατά την οποία μια πρόταση, όρος ή κατάσταση θεωρείται έγκυρη και γίνεται δεκτή για εφαρμογή ή περαιτέρω επεξεργασία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η παραδοχή της ενοχής άλλαξε την πορεία της δίκης.
- Η παραδοχή ότι όλοι έχουν ίσες ευκαιρίες είναι αμφισβητήσιμη.
- Η παραδοχή της κληρονομιάς ολοκληρώθηκε χθες στο συμβολαιογραφείο.
- Ως παραδοχή στη μελέτη τέθηκε ότι η θερμοκρασία παραμένει σταθερή.
- Η παραδοχή του δέματος από τον παραλήπτη καταγράφηκε στο σύστημα.