παραίτηση

ουσιαστικό

1. Δήλωση ή πράξη με την οποία κάποιος εγκαταλείπει ή παύει να ασκεί δημόσιο ή ιδιωτικό αξίωμα, θέση εργασίας ή αρμοδιότητα, συνήθως με γραπτή ή προφορική δήλωση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο διευθυντής υπέβαλε την παραίτηση του από τη θέση λόγω προσωπικών λόγων.
  • Η υπουργός ανακοίνωσε δημόσια την παραίτηση της μετά το σκάνδαλο.
  • Η σύμβαση προέβλεπε την παραίτηση από κάθε αξίωση του αντισυμβαλλόμενου.
  • Μετά από μήνες απογοήτευσης, ένιωσε μια σιωπηλή παραίτηση.
  • Ο εργαζόμενος παρέδωσε επιστολή με την παραίτηση του επειδή δεν συμφωνούσε με τους νέους όρους.