επιβεβαίωση
ουσιαστικό1. Πράξη ή διαδικασία κατά την οποία διαπιστώνεται ή αποδεικνύεται ότι μια πληροφορία, δήλωση ή κατάσταση είναι σωστή, αληθής ή ισχύει.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Περιμένω την επιβεβαίωση της κράτησης μέσω email.
- Η επιβεβαίωση της διάγνωσης από το εργαστήριο καθυστέρησε.
- Στείλε μου επιβεβαίωση παραλαβής του πακέτου.
- Χρειάζεται επιβεβαίωση ταυτότητας πριν την πρόσβαση στον λογαριασμό.
- Η δικηγόρος ζήτησε γραπτή επιβεβαίωση της συμφωνίας.
- Η επιβεβαίωση των στοιχείων έκανε την έρευνα αξιόπιστη.