σύγκρουση

ουσιαστικό

1. Επαφή ή πρόσκρουση μεταξύ δύο ή περισσότερων σωμάτων, συνήθως με μεταφορά ενέργειας που προκαλεί μεταβολή της κίνησης, ζημιά ή παραμόρφωση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η σύγκρουση των δύο αυτοκινήτων ήταν σφοδρή και προκάλεσε σοβαρές ζημιές.
  • Η σύγκρουση μεταξύ των συναδέλφων καθυστέρησε την παράδοση του έργου.
  • Υπήρξε πολιτική σύγκρουση για το νέο νομοσχέδιο στη Βουλή.
  • Παρακαλώ δηλώστε όποια σύγκρουση συμφερόντων μπορεί να επηρεάσει την κρίση.
  • Η σύγκρουση στο πρόγραμμα των συνεδριάσεων ανάγκασε αναπροσαρμογή των ωραρίων.