κόντρα
ουσιαστικό1. Κατάσταση στην οποία δύο ή περισσότερα πρόσωπα, ομάδες ή ιδέες δεν συμφωνούν και ενεργούν με ανταγωνιστικό ή αντιθετικό τρόπο.
2. Κατεύθυνση ή ροή αντίθετη προς την κύρια φορά (π.χ. άνεμος ή νερό) που δυσχεραίνει την κίνηση προς τα εμπρός.
Συνώνυμα
αντιπαράθεση διαμάχη σύγκρουση αντίθεση διένεξη έριδα αντιπαλότητα διαφωνία καυγάς τσακωμός λογομαχία διαξιφισμός ανταγωνισμός αντίλογος αντίστιξη προστριβή ρήξη διχογνωμία διχοστασία αντιδικία έρις αγώνας κούρσα αγών ασυμφωνία συμπλοκή συναγωνισμός ενάντια αντίκρουση αντιδιαστολή διαπληκτισμός παρεξήγηση μάχη μονομαχία πόλεμος ταραχή αντίρρηση πάλη αμφισβήτηση σύρραξη
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έχουν κόντρα εδώ και χρόνια.
- Η απόφαση αυτή είναι κόντρα στις βασικές μας αρχές.
- Το ιστιοφόρο πλέει κόντρα στον άνεμο.
- Υπάρχει μεγάλη κόντρα μεταξύ των δύο ομάδων.
- Δύο οδηγοί έκαναν κόντρα στην εθνική οδό.