δικαιολογία

ουσιαστικό

1. Λόγος ή ισχυρισμός που προβάλλεται για να δικαιολογήσει, να καλύψει ή να ελαφρύνει μια πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά, με στόχο την αποφυγή ευθύνης ή κριτικής.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έδωσε μια δικαιολογία για την καθυστέρησή του.
  • Η απόφαση του δικαστηρίου περιείχε λεπτομερή δικαιολογία.
  • Η πρόταση ότι ήταν άρρωστος ήταν απλώς μια δικαιολογία.
  • Δεν υπάρχει δικαιολογία για τέτοια αμελή συμπεριφορά.
  • Οι συνεχείς δικαιολογίες του δείχνουν ότι δεν θέλει να αναλάβει ευθύνες.