παράπονο

ουσιαστικό

1. Έκφραση δυσαρέσκειας ή διαμαρτυρίας, συνήθως προφορική ή γραπτή, για κάποια πράξη, συμπεριφορά ή κατάσταση που θεωρείται άδικη, προσβλητική ή ανεπαρκής.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έχω ένα παράπονο για την καθυστέρηση της παράδοσης.
  • Δεν έχω παράπονο για την εξυπηρέτηση, όλα πήγαν καλά.
  • Το παράπονο για την αδικία εκφράστηκε στη συνεδρίαση.
  • Το μόνο παράπονο της εταιρείας είναι η έλλειψη συνεργασίας.
  • Ένιωσα παράπονο όταν άκουσα την ιστορία του.