δυσαρέσκεια

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ή συναίσθημα έλλειψης ικανοποίησης ή ευχαρίστησης απέναντι σε πρόσωπο, γεγονός ή κατάσταση.

2. Έκφραση ή επίπτωση αυτής της διάθεσης, όπως διαμαρτυρία ή αρνητική στάση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η δυσαρέσκεια του κοινού ήταν φανερή μετά την ανακοίνωση.
  • Ο διευθυντής εξέφρασε δυσαρέσκεια για την καθυστέρηση του έργου.
  • Οι πολίτες εξέφρασαν δυσαρέσκεια με διαδηλώσεις έξω από το δημαρχείο.
  • Ένιωσα δυσαρέσκεια όταν διάβασα τα νέα.
  • Η ανακοίνωση προκάλεσε δυσαρέσκεια στους εργαζόμενους.