ψήφισμα

ουσιαστικό

1. Έγγραφο ή επίσημη διατύπωση που διατυπώνει και καταγράφει απόφαση ή πρόταση εγκριθείσα με ψήφο από σώμα, συλλογικό όργανο ή συνέλευση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το κοινοβούλιο ψήφισε το ψήφισμα ομόφωνα.
  • Το δημοτικό συμβούλιο εξέδωσε ψήφισμα συμπαράστασης στους πληγέντες.
  • Το συνέδριο υιοθέτησε ψήφισμα κατά της βίας.
  • Η επιτροπή πρότεινε ψήφισμα εμπιστοσύνης προς τη διοίκηση.
  • Οι πολίτες υπέγραψαν ηλεκτρονικό ψήφισμα για την προστασία του πάρκου.