εκδήλωση
ουσιαστικό1. Συγκεκριμένη συγκέντρωση ή διοργάνωση ανθρώπων με σκοπό πολιτιστικές, κοινωνικές, ψυχαγωγικές, εκπαιδευτικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες.
2. Φανέρωση ή εμφανής παρουσία ενός φαινομένου, ιδιότητας ή συμπτώματος που γίνεται αντιληπτή ή μετρήσιμη.
Συνώνυμα
έκφραση περίσταση φανέρωση γεγονός εμφάνιση δρώμενο συγκέντρωση συνάθροιση συνέλευση συνάντηση παρουσίαση τελετή περιστατικό επεισόδιο δήλωση θέαμα συμβάν βραδιά μνημόσυνο συμπόσιο σόου φιέστα συνάρτηση παράσταση διαδήλωση συναυλία πάρτι πανηγύρι επίδειξη φαινόμενο δράση έκρηξη παρουσία γιορτή τσίρκο φεστιβάλ αποκάλυψη όψη συμπεριφορά συνέδριο συνδιάσκεψη σύναξη αναζωπύρωση πάρτυ σύμπτωμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εκδήλωση στο δημοτικό θέατρο ξεκινά στις οκτώ.
- Στο σχολείο οργάνωσαν μια εκδήλωση για την επέτειο της απελευθέρωσης.
- Πολίτες συμμετείχαν στην εκδήλωση διαμαρτυρίας κατά των νέων μέτρων.
- Η ξαφνική κόπωση ήταν η πρώτη εκδήλωση της ασθένειας.
- Η ζεστασιά στα λόγια του ήταν μια εκδήλωση αγάπης.