ανάδειξη

ουσιαστικό

1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα της προβολής ενός προσώπου, έργου, ιδέας ή χαρακτηριστικού, ώστε να γίνει πιο εμφανές και να κερδίσει δημόσια προσοχή ή αναγνώριση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ανάδειξη των ταλέντων των νέων καλλιτεχνών ήταν βασικός στόχος του φεστιβάλ.
  • Η δημοτική επιτροπή αποφάσισε την ανάδειξη του νέου δημάρχου.
  • Η έκθεση επικεντρώθηκε στην ανάδειξη της τοπικής πολιτιστικής κληρονομιάς.
  • Για την ανάδειξη των περιβαλλοντικών προβλημάτων χρειάζονται μετρήσεις και διαφάνεια.
  • Η σωστή ανάδειξη των ιστορικών στοιχείων ενίσχυσε το ενδιαφέρον των επισκεπτών.