αναδίπλωση
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα του να διπλώνεται κάτι προς τα μέσα ή προς τα πίσω, με μείωση της επιφάνειας ή αλλαγή του σχήματος του αντικειμένου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αναδίπλωση του χαρτιού έγινε προσεκτικά για να φτιάξουμε το φάκελο.
- Η αναδίπλωση της κουβέρτας ήταν απαραίτητη πριν από την αποθήκευση.
- Η μονάδα προχώρησε σε αναδίπλωση προς πιο ασφαλή θέση.
- Μετά τις έντονες αντιδράσεις, η κυβέρνηση προχώρησε σε αναδίπλωση.
- Η αναδίπλωση των πρωτεϊνών καθορίζει τη λειτουργία τους.