βεβαίωση

ουσιαστικό

1. Πράξη ή διαδικασία που διαπιστώνει και επιβεβαιώνει την αλήθεια, την εγκυρότητα ή την ύπαρξη ενός γεγονότος, δήλωσης ή κατάστασης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έλαβα τη βεβαίωση για την εγγραφή μου στο πανεπιστήμιο.
  • Ο γιατρός μου έδωσε βεβαίωση ασθένειας για τρεις μέρες.
  • Περιμένω τη βεβαίωση της κράτησης μέσω email.
  • Η βεβαίωση από τον εργοδότη ήταν απαραίτητη για το δάνειο.
  • Η βεβαίωση των στοιχείων γίνεται ηλεκτρονικά μέσω της πλατφόρμας.