ρύθμιση
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα της προσαρμογής και τακτοποίησης στοιχείων, μηχανισμών ή συνθηκών ώστε να λειτουργούν σωστά ή σύμφωνα με επιθυμητές παραμέτρους.
Συνώνυμα
προσαρμογή διακανονισμός διευθέτηση διάταξη κανονισμός παραμετροποίηση διαμόρφωση τακτοποίηση συμφωνία εναρμόνιση διάρθρωση βαθμονόμηση επίλυση συνδιαλλαγή χειρισμός νόμος διαπραγμάτευση πρόνοια νομοθεσία παράμετρος ρήτρα στήσιμο διόρθωση έλεγχος διαχείριση πλαίσιο σκηνικό περιβάλλον οριοθέτηση εγκατάσταση επέμβαση προγραμματισμός τόνωση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έλεγξε τη ρύθμιση της θερμοκρασίας στον θερμοστάτη.
- Η νέα ρύθμιση προβλέπει αυστηρότερους κανόνες για την προστασία των δεδομένων.
- Κατέβαλε την πρώτη δόση της ρύθμισης του χρέους.
- Η ρύθμιση των κιθάρων πριν από το κονσέρτο κράτησε μισή ώρα.
- Η ρύθμιση της θερμοκρασίας του σώματος γίνεται από τον υποθάλαμο.
- Επιτεύχθηκε μια ρύθμιση μεταξύ των δύο μερών για την παράδοση των αγαθών.