νομιμοποίηση
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα κατά το οποίο κάτι καθίσταται σύννομο ή αποκτά νομική ισχύ και αναγνώριση από τις αρμόδιες αρχές.
2. Ενέργεια ή σειρά ενεργειών που αποδίδουν νομιμότητα ή κοινωνική/πολιτική αποδοχή σε πρόσωπο, πράξη ή κατάσταση.
Συνώνυμα
επικύρωση επισημοποίηση τακτοποίηση κανονικοποίηση έγκριση αδειοδότηση αναγνώριση εγκυροποίηση νομικοποίηση ξεπλύμα ξεπλύσιμο εξουσιοδότηση νομιμότητα πιστοποίηση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η νομιμοποίηση των αυθαίρετων κτισμάτων γίνεται μετά από τακτοποίηση και πληρωμή προστίμων.
- Για τη νομιμοποίηση της παραμονής του στην Ελλάδα υπέβαλε όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά.
- Κατηγορήθηκε για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και οδηγήθηκε σε δίκη.
- Η κυβέρνηση διεκδικούσε τη νομιμοποίηση της νέας πολιτικής μέσω δημοσκοπήσεων και δημόσιου διαλόγου.
- Ο συμβολαιογράφος ζήτησε τη νομιμοποίηση της υπογραφής πριν προχωρήσει στη μεταβίβαση του ακινήτου.