δικαίωμα
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή έννομη θέση που παρέχει σε άτομο ή ομάδα το δικαίωμα να απαιτεί, να απολαμβάνει ή να προστατεύει κάτι, όπως κατοχυρώνεται από το νόμο ή τους θεσμούς.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πολίτης έχει το δικαίωμα να ψηφίζει.
- Το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή προστατεύεται από το Σύνταγμα.
- Δεν έχω το δικαίωμα να αποφασίζω για τους άλλους.
- Σύμφωνα με τη σύμβαση, ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα σε αποζημίωση.
- Τα δικαιώματα των καταναλωτών περιλαμβάνουν το δικαίωμα στην ενημέρωση.