διεκπεραίωση
ουσιαστικό1. Η ολοκλήρωση ή εκτέλεση μιας εργασίας, διαδικασίας ή υποχρέωσης από την έναρξη μέχρι το τέλος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η διεκπεραίωση της αίτησης ολοκληρώθηκε μέσα σε τρεις εργάσιμες ημέρες.
- Για τη διεκπεραίωση του φακέλου απαιτούνται όλα τα σχετικά δικαιολογητικά.
- Η εταιρεία αναλαμβάνει τη διεκπεραίωση των παραγγελιών και την αποστολή τους στον πελάτη.
- Λόγω τεχνικού προβλήματος, η διεκπεραίωση των πληρωμών καθυστέρησε.
- Ζήτησα γρήγορη διεκπεραίωση της υπόθεσης από το τμήμα εξυπηρέτησης.