θεώρηση

ουσιαστικό

1. Ενέργεια ή διαδικασία προσεκτικής εξέτασης, ελέγχου και επιβεβαίωσης της κατάστασης, της ορθότητας ή της νομιμότητας εγγράφων, στοιχείων, πραγμάτων ή διαδικασιών.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Πρέπει να βγάλω θεώρηση για να ταξιδέψω στην Αυστραλία.
  • Η θεώρηση των εγγράφων από το προξενείο ολοκληρώθηκε χθες.
  • Η θεώρηση του θέματος από άλλη οπτική αλλάζει τα συμπεράσματα.
  • Η θεώρηση του αυτοκινήτου πριν από το ταξίδι είναι απαραίτητη.
  • Για να γίνει δεκτό το πτυχίο του στο εξωτερικό χρειάζεται θεώρηση από την αρμόδια υπηρεσία.