πρόσκληση
ουσιαστικό1. Έγγραφο ή προφορικό μήνυμα με το οποίο ζητείται η παρουσία, η συμμετοχή ή η παρέμβαση κάποιου σε εκδήλωση, συνάντηση ή δραστηριότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έλαβα μια πρόσκληση για το πάρτι το Σάββατο.
- Η πρόσκληση για το γάμο ήταν τυπωμένη σε χοντρό χαρτί.
- Η εταιρεία έστειλε μια πρόσκληση για υποβολή προσφορών.
- Ο καθηγητής απέστειλε μια πρόσκληση στον επιστήμονα να δώσει διάλεξη.
- Το άδειο τραπέζι φαινόταν σαν πρόσκληση για συζήτηση.