κράτηση
ουσιαστικό1. Πράξη ή αποτέλεσμα της προεπιλογής και διασφάλισης θέσης, δωματίου, εισιτηρίου ή υπηρεσίας για μελλοντική χρήση, συχνά με καταχώριση ή προκαταβολή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έκανα κράτηση σε ξενοδοχείο για το Σαββατοκύριακο.
- Η κράτηση από τον μισθό του αφορούσε την ασφάλιση.
- Μετά τη σύλληψη, τον οδήγησαν σε κράτηση στο αστυνομικό τμήμα.
- Η κράτηση στο εστιατόριο έγινε για τις εννέα το βράδυ.
- Η τράπεζα έκανε κράτηση στον λογαριασμό λόγω ανεξόφλητης οφειλής.