ανάκληση
ουσιαστικό1. Πράξη ή αποτέλεσμα της επαναφοράς πληροφορίας, εικόνας ή εμπειρίας στη μνήμη ή στη συνειδητότητα.
2. Πράξη ή αποτέλεσμα του να παύει να ισχύει μια προηγούμενη απόφαση, εντολή, άδεια ή θέση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εταιρεία προχώρησε σε ανάκληση προϊόντων λόγω σοβαρού ελαττώματος.
- Η κυβέρνηση ανακοίνωσε την ανάκληση του πρέσβη για διαβουλεύσεις.
- Η ανάκληση της άδειας λειτουργίας θεωρήθηκε απαραίτητη μετά τις παραβάσεις.
- Η ανάκληση της κατάθεσης του μάρτυρα αποδυνάμωσε την κατηγορία.
- Η ανάκληση παλιών αναμνήσεων προκάλεσε συγκίνηση.