συνδρομή

ουσιαστικό

1. Περιοδική ή εφάπαξ οικονομική καταβολή που παρέχει δικαίωμα πρόσβασης σε υπηρεσίες, μέσα ή ψηφιακό περιεχόμενο.

2. Χρηματική ή υλική βοήθεια που παρέχεται για την υποστήριξη κοινής προσπάθειας, εκδήλωσης ή φιλανθρωπικού σκοπού.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η συνδρομή στο περιοδικό ανανεώνεται αυτομάτως κάθε χρόνο.
  • Η συνδρομή στην πλατφόρμα είναι 5 ευρώ μηνιαίως.
  • Ζητήσαμε τη συνδρομή των εθελοντών για την οργάνωση της εκδήλωσης.
  • Έστειλε μια συνδρομή για την αποκατάσταση του μνημείου.
  • Με τη συνδρομή ενός ειδικού λύθηκαν τα τεχνικά προβλήματα.