αποτύπωση

ουσιαστικό

1. Σημάδι ή ανάγλυφη απόδοση σε υλικό που διατηρεί το σχήμα ή τη φόρμα ενός αντικειμένου μετά από επαφή ή πίεση.

2. Καταγραφή ή αναπαράσταση μορφών, λεπτομερειών ή δεδομένων σε εικόνα, αρχείο ή μέσο για μελέτη, ανάλυση ή αρχειοθέτηση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αποτύπωση των δακτύλων στο γυαλί βοήθησε την αστυνομία να εντοπίσει τον δράστη.
  • Η αποτύπωση των μετρήσεων στο αρχείο εξασφάλισε την ακρίβεια της έρευνας.
  • Η αποτύπωση της σκηνής στον καμβά απέδωσε ζωντανά τα χρώματα και τις σκιές.
  • Η αποτύπωση του χαρακτήρα στο μυθιστόρημα είναι αληθοφανής και πολυδιάστατη.
  • Η αποτύπωση του εδάφους με LIDAR αποκάλυψε μικρές τοπογραφικές λεπτομέρειες.
  • Η αποτύπωση εκείνης της εμπειρίας στη μνήμη της παρέμεινε ανεξίτηλη.