προώθηση
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή διαδικασία ανύψωσης σε υψηλότερη θέση, βαθμό ή ρόλο μέσα σε έναν οργανισμό ή επάγγελμα.
Συνώνυμα
προαγωγή προχώρημα ανέλιξη προβολή διαφήμιση διάδοση διακίνηση διαβίβαση μεταβίβαση ώθηση ανάδειξη δημοσιοποίηση προσέλκυση υποστήριξη ενίσχυση εξάπλωση σπρώξιμο καμπάνια κοινοποίηση μάρκετινγκ εκτόξευση επιτάχυνση διάθεση ανάπτυξη εκστρατεία κυκλοφορία μετάδοση πρόοδος παρακίνηση προπαγάνδα υποκίνηση
Αντώνυμα
υποβάθμιση αναστολή παρεμπόδιση επιβράδυνση ακύρωση μείωση διακοπή αναδίπλωση οπισθοχώρηση παραγκωνισμός αποκλεισμός καθυστέρηση πάγωμα αναχαίτιση περιορισμός υποχώρηση κατάργηση αποδυνάμωση συρρίκνωση αναβολή ανακοπή απώθηση οπισθοδρόμηση στασιμότητα εμπόδιο εμπόδιση παρακώλυση πρόσκομμα σκόπελος υποβιβασμός τράβηγμα φρένο αναμονή ανάσχεση σταμάτημα υποστροφή
Παραδείγματα χρήσης
- Η προώθηση του νέου προϊόντος ξεκινάει την επόμενη εβδομάδα.
- Η προώθηση σε διευθυντική θέση ήρθε μετά από χρόνια σκληρής δουλειάς.
- Η προώθηση του μηνύματος σε όλους τους συνεργάτες έγινε αυτόματα.
- Η προώθηση της υγιεινής διατροφής αποτελεί προτεραιότητα για το υπουργείο.
- Η προώθηση της ομάδας στη μεγάλη κατηγορία πανηγυρίστηκε από τους φιλάθλους.