αδιαφορώ
ρήμα1. Δείχνω έλλειψη ενδιαφέροντος ή μέριμνας για πρόσωπο, θέμα ή γεγονός.
2. Δεν λαμβάνω υπόψη ή παραλείπω να ανταποκριθώ σε πληροφορίες, αιτήματα ή συμβάντα, χωρίς ενεργό εμπλοκή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
νοιάζομαι ενδιαφέρομαι ασχολούμαι αδημονώ αναζητώ ανταποκρίνομαι αντιδρώ ενθουσιάζομαι επιζητώ επιτηρώ καθηλώνομαι παθιάζομαι περιεργάζομαι συλλογίζομαι συμπαραστέκομαι συναισθάνομαι ψήνομαι νιώθω νοιάζω ακούω μετράω αγγίζω τρελαίνομαι αισθάνομαι κοιτάω ενδιαφέρω καίγομαι αναλογίζομαι ανταποδίδω απασχολούμαι γοητεύομαι εκστασιάζομαι λιώνομαι νοσταλγώ πληγώνομαι σκαλώνω συγκλονίζομαι συμπάσχω συναρπάζομαι συντρέχω φλέγομαι φροντίζω προσέχω μεριμνώ παρακολουθώ επιμελούμαι αγωνίζομαι αξιολογώ αποκρίνομαι γεύομαι διαχειρίζομαι εξυπηρετώ επιβλέπω επιλαμβάνομαι ερευνώ ερωτεύομαι λαχταρώ μελετώ ορέγομαι προσβλέπω στρέφομαι συνδράμω συντηρώ ταράζομαι κοιτάζω βλέπω ανησυχώ σκέφτομαι αγαπάω λατρεύω απαντάω προτιμάω σκοτώνομαι ντρέπομαι φρικάρω γυρεύω ανακατεύομαι παρατηρώ συμπεριφέρομαι αφορώ απολαμβάνω κατανοώ σιγουρεύομαι σκέπτομαι ανυπομονώ βοηθάω ανασταίνομαι βουρκώνω εκνευρίζομαι ενημερώνομαι ενοχλούμαι εξερευνώ επεμβαίνω επεξεργάζομαι καταπιάνομαι λιγουρεύομαι παρασύρομαι πικραίνομαι προνοώ συμμερίζομαι τρομάζομαι φλερτάρω συγκινούμαι αγωνιώ διαλογίζομαι εκλιπαρώ κατευθύνω νοώ προσαρμόζομαι προσδοκώ στεναχωριέμαι συνεννοούμαι τιμώ φιλέω θέλω ελπίζω φοβάμαι μαθαίνω εύχομαι ευχαριστώ ετοιμάζομαι συνειδητοποιώ σκοπεύω γουστάρω επικοινωνώ επιθυμώ επιλέγω αντιλαμβάνομαι αναγνωρίζω αναμένω διψώ παρεξηγώ πείθομαι πενθώ προβλέπω προσαρμόζω στενοχωρούμαι συγκλονίζω χειραγωγώ περιφρουρώ σαγηνεύομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Συνήθως αδιαφορώ για τις τελευταίες τάσεις της μόδας.
- Όταν κάποιος με προσβάλλει δημόσια, απλώς αδιαφορώ και φεύγω.
- Σχετικά με το αν θα με προάγουν ή όχι, ειλικρινά αδιαφορώ.
- Σε θέματα που δεν επηρεάζουν τη ζωή μου, συνήθως αδιαφορώ.
- Σε εκλογικές συζητήσεις πολλές φορές αδιαφορώ και δεν ασχολούμαι.