περιφρονώ
ρήμα1. Εκδηλώνω προς κάποιον ή κάτι έντονη αδιαφορία και έλλειψη σεβασμού, θεωρώντας τον/το κατώτερο ή ανάξιο εκτίμησης.
2. Απορρίπτω ή αγνοώ σκόπιμα γνώμες, προτάσεις ή πράξεις θεωρώντας τες ασήμαντες ή χωρίς αξία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τους ανθρώπους που προδίδουν την εμπιστοσύνη περιφρονώ.
- Τους αυστηρούς και άδικους κανόνες περιφρονώ.
- Τη φήμη και τα χρήματα περιφρονώ, προτιμώ την ειλικρίνεια.
- Τον κίνδυνο περιφρονώ όταν πρόκειται να βοηθήσω κάποιον σε ανάγκη.
- Την κριτική χωρίς επιχειρήματα περιφρονώ και δεν τη λαμβάνω υπόψη.