προβλέπω
ρήμα1. Εκτιμώ ή διαπιστώνω πιθανές μελλοντικές καταστάσεις, γεγονότα ή εξελίξεις βάσει στοιχείων, ενδείξεων ή εμπειρίας.
2. Μεριμνώ ή λαμβάνω μέτρα εκ των προτέρων για την αντιμετώπιση μελλοντικών αναγκών, κινδύνων ή συνθηκών.
Συνώνυμα
προγνωρίζω ορίζω προνοώ προδιαγράφω προμηνύω προφητεύω εκτιμώ υπολογίζω αναμένω προσδοκώ καθορίζω προσδιορίζω θεσπίζω περιλαμβάνω υποθέτω εικάζω μαντεύω πιστεύω βλέπω μυρίζομαι προγραμματίζω πιθανολογώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Με βάση τα δελτία καιρού, προβλέπω βροχή αύριο.
- Αν συνεχίσουμε έτσι, προβλέπω αύξηση των εξόδων.
- Στο πρόγραμμα του συνεδρίου προβλέπω ένα διάλειμμα μετά το μεσημέρι.
- Στο συμβόλαιο προβλέπω ρήτρα απαγόρευσης μεταβίβασης.
- Με την εμπειρία μου, προβλέπω ότι η ομάδα θα ολοκληρώσει το έργο εγκαίρως.