ντρέπομαι
ρήμα1. Εκδηλώνω εσωτερικό αίσθημα δυσφορίας και αυτοσυνείδησης εξαιτίας πράξης, συμπεριφοράς ή κατάστασης που θεωρείται κοινωνικά ακατάλληλη ή προσωπικά ταπεινωτική, συχνά με τάση προς αποφυγή ή εσωστρέφεια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συγγνώμη για το λάθος, ντρέπομαι πολύ.
- Στην παρέα νέων ανθρώπων, ντρέπομαι και καθόμαι αμήχανα.
- Κάθε φορά που χρειάζομαι βοήθεια, ντρέπομαι να ζητήσω από κάποιον.
- Ντρέπομαι για τη συμπεριφορά του φίλου μου μπροστά στους άλλους.
- Στην παρουσίαση, ντρέπομαι που ξέχασα τα λόγια μου.