αγαπάω
ρήμα1. Νιώθω βαθιά στοργή, τρυφερότητα και συναισθηματική σύνδεση προς κάποιο πρόσωπο ή ζώο.
2. Φροντίζω, προστατεύω και επιδιώκω το καλό του αντικειμένου της στοργής, εκδηλώνοντας ενδιαφέρον και προσοχή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σε αγαπάω.
- Εγώ αγαπάω τη μητέρα μου.
- Κάθε πρωί αγαπάω τον καφέ μου.
- Από παιδί αγαπάω τη ζωγραφική.
- Πάντα αγαπάω να δοκιμάζω καινούργια πιάτα.