γουστάρω

ρήμα

1. Να νιώθει κανείς ευχαρίστηση, ικανοποίηση ή απόλαυση από κάποιο πρόσωπο, αντικείμενο ή δραστηριότητα.

2. Να εκφράζει κανείς επιθυμία ή προτίμηση προς κάτι με ανεπίσημο, καθημερινό ύφος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Την πίτσα την γουστάρω πολύ.
  • Τα Σαββατοκύριακα γουστάρω να κοιμάμαι αργά.
  • Τον Νίκο τον γουστάρω.
  • Τώρα γουστάρω να πάω μια βόλτα στο πάρκο.
  • Δεν γουστάρω τη φασαρία.