τιμώ
ρήμα1. Εκδηλώνω σεβασμό και τιμή προς κάποιον, αποδίδοντάς του αναγνώριση, ευγένεια ή δημόσια διάκριση λόγω της αξίας, της θέσης ή των πράξεών του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ατιμάζω εξευτελίζω ταπεινώνω καταφρονώ περιφρονώ σνομπάρω γελοιοποιώ εξουθενώνω ξεφτιλίζω παρωδίζω προσβάλλω υβρίζω λοιδορώ απαξιώνω κατακρίνω χλευάζω κοροϊδεύω διασύρω αθετώ εκμηδενίζω υποβαθμίζω υποτιμώ υποτιμάω αδικώ βρίζω εμπαίζω κακομεταχειρίζομαι περιγελώ αδιαφορώ αγνοώ κράζω απεχθάνομαι συκοφαντώ
Παραδείγματα χρήσης
- Πάντα τιμώ τους γονείς μου για την αμέριστη υποστήριξή τους.
- Στη γιορτή του δήμου τιμώ τους παλιούς ήρωες με μικρή τελετή.
- Στη δουλειά τιμώ την ειλικρίνεια περισσότερο από τις κολακείες.
- Στο παζάρι τιμώ αυτό το χειροποίητο καλάθι στα δέκα ευρώ.
- Δεν τιμώ όσους προδίδουν την εμπιστοσύνη των άλλων.