συμμερίζομαι
ρήμα1. Περιγράφει την ενέργεια να αποδέχομαι και να υιοθετώ την άποψη ή τα αισθήματα που εκφράζει άλλος, θεωρώντας τα κοινά ή οικεία σε μένα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στη συζήτηση, συμμερίζομαι την άποψή σου για την ανάγκη αλλαγής.
- Δεν συμμερίζομαι την άποψή σου για αυτό το ζήτημα.
- Μετά το ατύχημα, συμμερίζομαι τη λύπη της οικογένειας.
- Ως συνάδελφος, συμμερίζομαι τις ανησυχίες σου για το έργο.
- Στην επίσημη δήλωση, συμμερίζομαι την ευθύνη για τα λάθη που έγιναν.