αποστασιοποιούμαι

ρήμα

1. Δημιουργώ ή διατηρώ απόσταση από πρόσωπα, χώρους ή καταστάσεις, μειώνοντας τη φυσική παρουσία ή την εγγύτητα.

2. Περιορίζω ή αποκόπτω τη συναισθηματική εμπλοκή ώστε να διατηρήσω ψυχρή, αντικειμενική ή ουδέτερη στάση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Για να μπορέσω να κοιμηθώ, αποστασιοποιούμαι από τις ανησυχίες μου.
  • Στις συζητήσεις για τα νέα, προσπαθώ να αποστασιοποιούμαι και να ακούω όλες τις απόψεις.
  • Όταν δουλεύω πάνω σε ένα έργο, πρέπει να αποστασιοποιούμαι για να αξιολογώ αντικειμενικά τα λάθη.
  • Μετά τη διαφωνία, νιώθω ότι πρέπει να αποστασιοποιούμαι για λίγο από τους φίλους μου.
  • Ως δημοσιογράφος, προσπαθώ να αποστασιοποιούμαι από τα προσωπικά μου πιστεύω όταν καλύπτω ειδήσεις.