αποστασιοποιούμαι
ρήμα1. Δημιουργώ ή διατηρώ απόσταση από πρόσωπα, χώρους ή καταστάσεις, μειώνοντας τη φυσική παρουσία ή την εγγύτητα.
2. Περιορίζω ή αποκόπτω τη συναισθηματική εμπλοκή ώστε να διατηρήσω ψυχρή, αντικειμενική ή ουδέτερη στάση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
συμμετέχω εμπλέκομαι παθιάζομαι συναισθάνομαι ασχολούμαι αλληλεπιδρώ αναμιγνύομαι πλησιάζω προσεγγίζω ενσωματώνομαι εντάσσομαι αφοσιώνομαι επικοινωνώ επιλαμβάνομαι καθηλώνομαι παρεμβαίνω πιάνομαι συγκινούμαι συμπαραστέκομαι νιώθω νοιάζομαι αισθάνομαι ανακατεύομαι βασίζομαι επεμβαίνω καταπιάνομαι λιώνομαι παρασέρνομαι πληγώνομαι συγκλονίζομαι συμμερίζομαι συντάσσομαι ενδιαφέρομαι προσηλώνομαι ανησυχώ συζητάω ανυπομονώ βιώνω
Παραδείγματα χρήσης
- Για να μπορέσω να κοιμηθώ, αποστασιοποιούμαι από τις ανησυχίες μου.
- Στις συζητήσεις για τα νέα, προσπαθώ να αποστασιοποιούμαι και να ακούω όλες τις απόψεις.
- Όταν δουλεύω πάνω σε ένα έργο, πρέπει να αποστασιοποιούμαι για να αξιολογώ αντικειμενικά τα λάθη.
- Μετά τη διαφωνία, νιώθω ότι πρέπει να αποστασιοποιούμαι για λίγο από τους φίλους μου.
- Ως δημοσιογράφος, προσπαθώ να αποστασιοποιούμαι από τα προσωπικά μου πιστεύω όταν καλύπτω ειδήσεις.