απολαμβάνω

ρήμα

1. Βιώνω ευχάριστες αισθήσεις ή ικανοποίηση από κάποιο αντικείμενο, δραστηριότητα ή κατάσταση.

2. Έχω στη διάθεσή μου ή λαμβάνω οφέλη, προνόμια, δικαιώματα ή παροχές που μου παρέχονται.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε πρωί απολαμβάνω τον καφέ μου.
  • Στα ταξίδια απολαμβάνω τη θέα και την παρέα.
  • Ως μέλος του σωματείου απολαμβάνω κάποια προνόμια.
  • Χάρη στην άσκηση απολαμβάνω καλή υγεία.
  • Μετά από χρόνια δουλειάς, απολαμβάνω σύνταξη.