εκνευρίζομαι
ρήμα1. Γίνομαι ή αισθάνομαι έντονη ενόχληση, δυσφορία ή νευρικότητα εξαιτίας ερεθισμάτων, συμπεριφορών ή περιστάσεων.
Συνώνυμα
νευριάζω τσαντίζομαι σπάζομαι θυμώνω αγανακτώ ενοχλούμαι αγριεύομαι τσιτώνομαι ταράζομαι ανασταίνομαι αναστατώνομαι δυσφορώ μπουχτίζομαι χάνομαι ερεθίζομαι κατσουφιάζομαι στραβώνω απογοητεύομαι πανικοβάλλομαι παρεξηγώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε φορά που αργείς, εκνευρίζομαι.
- Με τον συνεχή θόρυβο του δρόμου, εκνευρίζομαι και δεν μπορώ να συγκεντρωθώ.
- Όταν δεν βρίσκω τα κλειδιά μου, εκνευρίζομαι πολύ γρήγορα.
- Προσπαθώ να μην εκνευρίζομαι για πράγματα που δεν μπορώ να αλλάξω.
- Μετά από πολλές ώρες δουλειάς, εκνευρίζομαι ακόμη και με μικρές λεπτομέρειες.