αναγνωρίζω
ρήμα1. Αναγνωρίζω ένα πρόσωπο, αντικείμενο ή φαινόμενο ως ήδη γνωστό ή διακριτό, βάσει οπτικών ή άλλων χαρακτηριστικών, μνήμης ή προηγούμενης εμπειρίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Από τη φωτογραφία αναγνωρίζω το πρόσωπό του.
- Μετά τη συζήτηση, αναγνωρίζω το λάθος μου.
- Στο δικαστήριο αναγνωρίζω το παιδί ως γιο μου.
- Θέλω να πω ότι αναγνωρίζω την προσπάθειά σου.
- Παρόλο που διαφωνώ, αναγνωρίζω τη σημασία των επιχειρημάτων σου.